Τρεις γριές συζητάνε για αυτά που τους συμβαίνουν καθώς γερνάνε. Μια
λέει:

– Κάτι φορές σταματάω με το βούτυρο στο χέρι και δεν μπορώ να θυμηθώ
αν πρέπει να το βάλω στο ψυγείο, ή να φτιάξω ένα σάντουιτς.

– Εγώ σταματάω καμιά φορά στη μέση της σκάλας και δεν μπορώ να θυμηθώ
αν ανεβαίνω ή κατεβαίνω, λέει η δεύτερη.

– Εγώ, λέει η τρίτη, δεν έχω κανένα τέτοιο πρόβλημα, δόξα τω θεώ και
να χτυπήσω ξύλο, (τοκ-τοκ, χτυπάει στο τραπέζι). Α, η πόρτα είναι,
συνεχίζει.

Πάω ν ανοίξω.