Αν υπάρχουν καλά και κακά νέα, ποια προτιμάτε να ακούσετε πρώτα και ποια είναι καλύτερο να λέτε στους άλλους; Σε αυτό το ερώτημα έχουν προσπαθήσει να δώσουν απάντηση πολλά εγχειρίδια μάνατζμεντ και πολλές ιστοσελίδες, προτείνοντας τη στρατηγική «σάντουιτς» κακών νέων. Σύμφωνα με αυτή τη στρατηγική, οι «πληροφοριοδότες» είναι καλό να ξεκινούν με καλά νέα, να συνεχίζουν με τα κακά και να τελειώνουν την είδηση με καλά νέα.

Σύμφωνα με πρόσφατη ψυχολογική μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Personality and Social Psychology Bulletin”, αυτή η στρατηγική είναι αρκετά εγωκεντρική, καθώς ωφελεί περισσότερο αυτούς που δίνουν τα νέα παρά αυτούς που τα λαμβάνουν. Οι αποδέκτες των μηνυμάτων προτιμούν να ακούν ένα καλό νέο τελευταίο, αλλά δεν μπορούν να απολαύσουν το καλό νέο γνωρίζοντας ότι πρόκειται αμέσως μετά να ακούσουν κάτι που δεν θα τους αρέσει (Legg & Sweeny, 2013).

Στην πραγματικότητα, η συγκεκριμένη μελέτη αποκάλυψε πως η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων προτιμούν να ακούσουν πρώτα τα κακά νέα και πως είναι πρωτίστως ανάγκη των «πληροφοριοδοτών» να ξεκινήσουν λέγοντας τα καλά νέα.

Τόσο οι γιατροί και οι εκπαιδευτικοί, όσο και οι καθηγητές και οι ερωτικοί σύντροφοι χρειάζεται να πουν καλά και κακά νέα. Τα ευρήματα της έρευνας προτείνουν πως οι γιατροί, οι εκπαιδευτικοί, οι καθηγητές και οι σύντροφοι μπορεί να δίνουν ανεπιτυχώς καλά και κακά νέα επειδή ξεχνούν πώς είναι να βρίσκεσαι στη θέση του παραλήπτη. Οι «πληροφοριοδότες» προτιμούν να καθυστερήσουν τη δυσάρεστη εμπειρία του να πουν ένα κακό νέο, ενώ οι δέκτες αγχώνονται γνωρίζοντας ότι πολύ σύντομα θα ακούσουν ένα νέο που δεν θα τους ευχαριστήσει. Αυτή η ένταση μπορεί να μπλοκάρει την επικοινωνία και να οδηγήσει σε αρνητικά αποτελέσματα τόσο για τους «πληροφοριοδότες» όσο και για τους δέκτες της είδησης (Legg & Sweeny, 2013).

Ωστόσο, το «σάντουιτς» των κακών νέων που προτείνουν πολλοί, μπορεί να έχει αντίθετα αποτελέσματα. Αν και βοηθά τους ανθρώπους να έχουν μια λιγότερο αμυντική στάση, το να τους κρύβουμε τα κακά νέα μπορεί να τους κάνει να αισθάνονται ότι δεν υπάρχει περιθώριο αλλαγής. Τα κακά νέα, που συνήθως κινητοποιούν την αλλαγή, μπορεί να παραγκωνιστούν από τα καλά νέα και να αφήσουν το δέκτη μπερδεμένο.

Σύμφωνα με τη βασική ερευνήτρια της μελέτης Άντζελα Λεγκ, χρειάζεται να ρυθμίζουμε το πώς μεταφέρουμε τα νέα σύμφωνα με το ποιος είναι ο τελικός μας στόχος. «Αν είστε γιατρός και θέλετε να ανακοινώσετε μια διάγνωση με κακή πρόγνωση, στην περίπτωση που δεν υπάρχει κάτι που μπορεί να κάνει ο ασθενής, πείτε πρώτα τα κακά νέα και στη συνέχεια χρησιμοποιήστε θετικές πληροφορίες για να τον/την βοηθήσετε να το αποδεχτεί. Αντίθετα, αν υπάρχουν πράγματα που μπορεί να κάνει, πείτε στο τέλος τα κακά νέα και ενημερώστε για το πως θα μπορούσε να βελτιώσει την κατάστασή του».

Πηγή

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ