Όπως είπαμε, ο τρόπος επεξεργασίας και η ένταση της μνησικακίας, τόσο στις συλλογικότητες όσο και στα άτομα, εξαρτώνται κατά πρώτο λόγο από προσωπικούς παράγοντες- κατά δεύτερο λόγο, από τη δομή της κοινωνίας μέσα στους κόλπους της οποίας ζουν αυτοί οι άνθρωποι- κοινωνική δομή πού εξαρτάται με τη σειρά της από ορισμένους κληρονομικούς παράγοντες, ιδιάζοντες στην κατηγορία των ατόμων πού κυριαρχούν στην τάδε ιστορική εποχή, και από τον τρόπο πού συναρθρώνουν τις αξίες.

Δοθέντος ότι η μνησικακία επωάζεται μόνο μέσα σε ένα αίσθημα αδυναμίας (αδυναμία με άπειρες παραλλαγές), εμφανίζεται τελεσίδικα ως σύμπτωμα μιας «ζωικής» εξασθένισης. Με την επιφύλαξη αυτών των γενικότατων συνθηκών, υπάρχουν μνησικακίες πού η επεξεργασία τους εξαρτάται όχι τόσο από υποκειμενικές διαθέσεις όσο από μια ορισμένη ανθρώπινη «κατάσταση» κοινού τύπου. Δεν διατείνομαι ότι κάθε άτομο πού βρίσκεται σε μια παρόμοια «κατάσταση» οφείλει να υποκύψει στη μνησικακία, διότι θα ήταν παράλογο. Το μόνο πού λέγω είναι ότι η μορφή αυτών των «καταστάσεων» περιέχει κιόλας μια κάποια δυνητική μνησικακία, ανεξάρτητα από τις διαθέσεις πού προσιδιάζουν στα εν λόγω πρόσωπα.







Πρόκειται π.χ. για την περίπτωση της γυναίκας που, όντας πιο αδύναμη, άρα πιο φιλέκδικη, αναγκάζεται, για να προσελκύσει έναν άνδρα, να ανταγωνιστεί τις άλλες γυναίκες, και ακριβέστερα τις αρετές τους. Συνεπώς δεν είναι παράξενο ότι οι πιο εκδικητικές θεότητες γεννήθηκαν υπό καθεστώς μητριαρχίας (όπως η ολέθρια συντροφιά των Ευμενίδων).

Στις Ευμενίδες του ό Αισχύλος παριστά εύγλωττα την κάθαρση της μνησικακίας δια της ιατρικής ικανότητας των θεοτήτων της νέας αρρενωπής λατρείας τού Απόλλωνα και της Αθηνάς. Επίσης είναι σημαδιακό ότι ό μυθικός τύπος της «μάγισσας» δεν έχει αρσενικό αντίστοιχο. η σφοδρή ροπή των γυναικών να κακολογούν τη γειτόνισσά τους από ανάγκη να εκφραστούν είναι σύμπτωμα μνησικακίας και συνάμα μέθοδος αύτο-θεραπείας.

Αλλά αν η γυναίκα είναι ιδιαζόντως εκτεθειμένη στον κίνδυνο της μνησικακίας, τούτο συμβαίνει επειδή, μέσα στη δραστηριότητά της, δηλαδή μέσα στη φυσική αγάπη της για τον άνδρα, η κατάσταση πού της αποδίδουν η φύση και τα ήθη —να είναι εκείνη πού αναζητούν— περιλαμβάνει τον διττό χαρακτήρα της αντίδρασης και της παθητικότητας.

Η κακία πού ακολουθεί την προσβολή ότι εγκαταλείφθηκε ή παραμερίστηκε από το άλλο φύλο είναι πρόσφορη για απώθηση στον βαθμό πού ανθίσταται στην ντροπή τού ψόγου ή της ομολογίας- τόσο η αιδώς όσο και η έπαρση της απαγορεύουν κάθε επίκληση, άρα κάθε δημόσια «ικανοποίηση».

Πόσο μάλλον στη γυναίκα πού μια πιο οξυμένη αίσθηση της αιδούς και τα ήθη επιβάλλουν τη μέγιστη επιφύλαξη. ’Έτσι εξηγείται γιατί μια γεροντοκόρη, η οποία έχει απωθήσει την τρυφερότητα, το γενετήσιο ένστικτο και το μητρικό φίλτρο, σπανίως εξαιρείται από τη μνησικακία.

Η «ντροπαλοσύνη» καθόσον διακρίνεται από την αληθινή ντροπή, είναι πάντα ένα επιμέρους παιχνίδι της σεξουαλικής μνησικακίας. Επίσης η τόσο συχνή τάση στις γεροντοκοπέλες να υπερτονίζουν τα αφροδίσια θέματα για να τα καταδικάσουν παρευθύς, εκπροσωπεί έναν τρόπο να ικανοποιούν το αφροδίσιο ένστικτό τους πού κατάντησε μνησικακία.

Εν προκειμένω η κριτική ικανοποιεί ότι η αυταπάτη θεωρεί καταδικασμένο. Ή παροιμιώδης σεμνοτυφία των αγγλοσαξονικών λαών προέρχεται από το γεγονός ότι, στις από μακρού εκβιομηχανισμένες χώρες τους, η μέση γυναίκα τείνει ολοένα και περισσότερο να ανήκει στα πλάσματα πού στερούνται κάθε θηλυκού θέλγητρου, τα οποία δεν εμποδίζονται από τον έρωτα και τη μητρότητα να «αναδειχτούν», να ανέλθουν και να υπηρετήσουν έναν πολιτισμό ουσιαστικά χρησιμοθηρικό, τάση πού τελικά παίζει ρόλο φυσικής επιλογής.

Αντίθετα, η πιο θηλυκή γυναίκα, καθόσον δεν διαθέτει προσωπική περιουσία, θεωρείται κατάλληλη για ιερόδουλος. “Όπως και η σεμνοτυφία, η μνησικακία υποβιβάζει την ανεκτίμητη αξία της αληθινής αιδούς, μέσα σε μια κοινωνία όπου η κρίση της πόρνης αποβαίνει έκφραση της «τρέχουσας ηθικής». Η πόρνη, όταν θέλει να ευτελίσει την αληθινή γυναίκα, η ομορφιά της οποίας δεν αναδύεται από την εμφάνιση, άλλα από τις αφανείς αρετές της αγαθότητας και της καλοσύνης, υποβιβάζει τη σεμνότητα της σε «φόβο» μήπως και φανούν τα μειονεκτήματα του σώματος ή της ενδυμασίας της. Ετούτη η φυσική αρετή πού παραμένει ατροφική στην πόρνη, η τεχνητά αποκτημένη, της φαίνεται, λόγω της μνησικακίας, σαν προϊόν «ανατροφής και ηθικής». Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πώς, κατά τα τέλη τού 18ου αι., και ιδιαίτερα στη Γαλλία, αυτή η μνησικακία της πόρνης δέσποσε στην κοινή γνώμη, και τελικά ενέπνευσε τις θεωρίες των ηθικολόγων και των φιλοσόφων.

Από το βιβλίο του Μαξ Σέλερ «Ο μνησίκακος άνθρωπος»

Πηγή




ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Η σελίδα έχει πληροφοριακό χαρακτήρα. Πάντα να αναζητείτε την άμεση συμβουλή του προσωπικού σας γιατρού σε σχέση με οποιεσδήποτε ερωτήσεις ή προβλήματα που αντιμετωπίζετε με την υγεία σας.
loading...